δάκος

δάκος [pron. full] [ᾰ], εος, τό, ([etym.] δάκνω)
A animal of which the bite is dangerous, noxious beast, A.Pr.583 (lyr.), Th.558; Ἀργεῖον δ., of the Trojan horse, Id.Ag.824; δάκη θηρῶν rauenous beasts, E.Hipp.646;

θήρειον δ. Id.Cyc.325

; generally, β. δάκος, of a whale, Opp.H.5.333.
II bite, sting,

δ. κακαγοριᾶν Pi.P.2.53

, cf. Opp.H.2.454, 5.30.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δάκος — animal of which the bite is dangerous neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δάκος — Δίπτερο έντομο της οικογένειας των μυιιδών. Μοιάζει με την κοινή μύγα και αποτελεί τον πιο καταστρεπτικό και δυσεξόντωτο εχθρό της ελιάς. Ζει και πολλαπλασιάζεται κυρίως στις παραθαλάσσιες χώρες της Μεσογείου, κατά μήκος της ζώνης της ελιάς. Έχει …   Dictionary of Greek

  • δάκος — ο έντομο, παράσιτο των δέντρων, η μύγα της ελιάς: Οι ελιές φέτος ρημάχτηκαν από το δάκο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δάκει — δάκος animal of which the bite is dangerous neut nom/voc/acc dual (attic epic) δάκεϊ , δάκος animal of which the bite is dangerous neut dat sg (epic ionic) δάκος animal of which the bite is dangerous neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δάκη — δάκος animal of which the bite is dangerous neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) δάκος animal of which the bite is dangerous neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακετά — δάκος animal of which the bite is dangerous neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακετῶν — δάκος animal of which the bite is dangerous neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακετόν — δάκος animal of which the bite is dangerous neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακέεσσι — δάκος animal of which the bite is dangerous neut dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακέεσσιν — δάκος animal of which the bite is dangerous neut dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακῶν — δάκος animal of which the bite is dangerous neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.